ΕΊΚΟΣΙ ΠΈΝΤΕ «Έχω μείνει άφωνη», είπε η Ολίβια. «Κι εγώ» είπε η Τία. Και οι δυο γυναίκες κοίταζαν την Ρέιτσελ απέναντί τους, με έκπληξη, κρατώντας το ποτό στο χέρι τους. «Το ξέρω. Δεν μου είχε πει ποτέ αν ενδιαφερόταν για κάποιον άντρα, πόσο μάλλον για τον Χόρχε», είπε η Ρέιτσελ. «Είναι καλός άνθρωπος, ευγενικός με τα ζώα», είπε η Ολίβια. «Όμως, πώς μπορούσε από οικονομικής απόψεως, να την βγάζει ραντεβού;» Η Ολίβια ήτγαν ντυμένη με ΄’ένα πανάκριβο, πράσινο, ταγιέρ. Τα χρήματα, δεν ήταν ποτέ πρόβλημα για κείνη. «Αυτό σκέφτηκα κι εγώ», είπε η Ρέιτσελ. «Ίσως να πλήρωνε η Ένιδα», πρότεινε η Τία. «Ζούμε σε μοντέρνους καιρούς. Οι γυναίκες βγάζουν τους άντρες. Οι γυναίκες πληρώνουν. Μερικές φορές. Σίγουρα όχι εγώ.» «Ούτε εγώ», είπε η Ολίβια. «Ίσως να μην έβγαιναν», πρότεινε η Ρέιτσελ. «

