Κεφάλαιο 1“Είμαι ο Σολοβάιδ και θα σε ξεναγήσω στην κόλαση”
“Να πάει στο διάολο το ξέκωλο η Μαρία. Και μου το έπαιζε και φίλη! Και ο μαλάκας ο Αλέξης, που ορκιζόταν πως με αγαπάει. Tο κάθαρμα! Σκουπίδια είναι και οι δυο τους…” διακόπτει την απόλυτη σιγή της ερημικής ασφάλτου κάπου στη Θεσσαλονίκη μια γυναικεία φωνή, παραποιημένη από τα κλάματα και το αλκοόλ. Είναι η Ελένη, είκοσι δύο ετών, μελαχρινή, ιδιαίτερα λεπτή, ντυμένη προκλητικά με μία κοντή λευκή φούστα και ζαρτιέρες. Αρκετά εντυπωσιακή, αν και τα μαυρισμένα από τη μάσκαρα δάκρια της, έχουν σχηματίσει σκοτεινές γραμμές στο πρόσωπό της, δίνοντας της αθέλητα μια παρωδία γκόθικ εμφάνισης.
Πριν από μία ώρα περίπου έπιασε επ΄ αυτοφώρω το αγόρι της με τη καλύτερή της φίλη “να έρχονται κοντά μεταξύ τους” αρκετά περισσότερο από το αρμοστά επιτρεπτό. Συγκεκριμένα είχε βγει όλη η παρέα στο κλαμπ, αφού είχαν όλοι καταναλώσει προηγουμένως αρκετό κρασί, σε φοιτητικό ταβερνάκι στην Άθωνος. Το αγόρι της ο Αλέξης την ενημέρωσε ότι πάει στην τουαλέτα και εξαφανίστηκε για πάνω από είκοσι λεπτά. Τα καρφιά της παρέας για το πόσο υποδειγματικά πιστός είναι ο Αλέξης, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη απουσία της κολλητής της, της εμφύτευσαν την απόφαση για εξόρμηση στις αντρικές τουαλέτες. Τη στιγμή που η Ελένη εισήλθε στο κεντρικό διάδρομο του αποχωρητηρίου, κάποιος φανερά υπέρβαρος πιτσιρικάς την κοιτούσε έκπληκτος, τη στιγμή που ουρούσε στα εξωτερικά ουρητήρια, ενώ ύποπτες φωνές αντηχούσαν από μέσα. Όταν τράβηξε την πόρτα, η εικόνα που αντίκρισε, πολύ δύσκολα θα αποβαλλόταν από τη μνήμη της, όσο χρονικό διάστημα και αν περνούσε. Ο Αλέξης χαμογελώντας σουρωμένος με κατεβασμένο το παντελόνι και σε πλήρη στύση, έβγαζε ήχους απόλυτης ευτυχίας, καθώς η Μαρία πεσμένη στα γόνατα είχε καταπιεί παραπάνω από τα τρία τέταρτα του πέους του και πήγαινε για το υπόλοιπο ένα τέταρτο.”Ε…Ελένη δεν είναι αυτό που νομίζεις…” εξηγεί φανερά αποτυχημένα με τρεμάμενη φωνή ο Αλέξης, ενώ ακόμη του ξεγλιστρούν πνιχτοί αναστεναγμοί ευχαρίστησης.”Τι δεν είναι αυτό που νομίζω ρε σιχαμένε; Και εσύ μωρή πουτάνα δεν ντρέπεσαι; Τσίπα δεν έχεις;”. Η Μαρία σταμάτησε τη διαδικασία της πεολειχίας και έστριψε το βλέμμα της προς αυτήν. Το κραγιόν της είχε πασαλειφτεί γύρω από το στόμα της και την έκανε να μοιάζει με κακέκτυπο κλόουν. Δεν είπε τίποτα. Απλά γύρισε το κεφάλι της από την άλλη και έκανε εμετό. Αν ο εμετός της οφειλόταν στο αλκοόλ ή στην δυσβάσταχτη αμηχανία της στιγμής, αυτό είναι κάτι, το οποίο πλέον ούτε η ίδια ήξερε. Το αξιοπερίεργο ήταν ότι ο Αλέξης παρά την όλη σουρεαλιστικά άβολη κατάσταση παρέμενε ακράδαντος σε στύση.
Η Ελένη έφυγε σε κατάσταση αμόκ από το κλαμπ και από εκείνη τη στιγμή περπατάει μόνη της κλαίγοντας και μονολογώντας. ”Γιατί σε μένα να συμβεί αυτό; Γιατί; Τι ξεφτίλα Θεέ μου. Αυτό ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να μου συμβεί!”. Σαν μια περίεργα μεταφυσική ανταπάντηση στη φράση της ακούγεται ένα δυνατό φρενάρισμα. Η Ελένη γύρισε το κεφάλι της και βλέπει ένα μαύρο φορτηγάκι, από το οποίο ξεπηδούν δύο άντρες με δερμάτινα και καλυμμένα τα πρόσωπα τους με μαύρες κουκούλες, που διαθέτουν τρύπες μόνο για το στόμα και τα μάτια. Η Ελένη ουρλιάζει για βοήθεια, αλλά δεν υπάρχει κανείς. Μόνο ένα αυτοκίνητο διαφαίνεται από μακριά, το οποίο συνεχίζει ακάθεκτο την πορεία του. Με συντονισμένες γρήγορες κινήσεις οι δύο απαγωγείς την αρπάζουν και τη χώνουν βίαια στο πίσω μέρος του βαν. Το δυνατό χέρι του ενός έχει φράξει το στόμα της και το ένα ρουθούνι της. Υπόκωφοι ήχοι φόβου ακούγονται από το λάρυγγα της, ενώ τα δάκρια της κυλούν ασταμάτητα. Το ελεύθερο ρουθούνι συσπάται και διαστέλλεται με αφύσικους ρυθμούς με τη διάμετρο της τρύπας του να έχει τριπλασιαστεί. Ο άντρας, που της σφίγγει το στόμα, βγάζει την κουκούλα του. Το πρόσωπό του είναι αξύριστο, άσχημο και το πιο τραχύ, που έχει δει στη ζωή της. Με ένα διεστραμμένα παγωμένο χαμόγελο βάζει το ένα του χέρι ανάμεσα στα πόδια της. Η Ελένη αισθάνεται τα δάχτυλά του σαν αηδιαστικά πλοκάμια κάποιου σιχαμερού εφιαλτικού πλάσματος να εισβάλλουν στη γενετήσια περιοχή της. “Είμαι ο Σολοβάιδ και θα σε ξεναγήσω στην κόλαση” της ψιθυρίζει ανατριχιαστικά με σπασμένα ελληνικά ο επίδοξος βιαστής της βυθίζοντας μέσα της ακόμα πιο βαθιά τα δάχτυλά του. Η Ελένη ουρλιάζει πνιχτά αναπνέοντας με δυσκολία μέσα από το ελεύθερο ρουθούνι της και λιποθυμά.
Η ώρα έχει πάει εφτά το πρωί. Ο αξιωματικός υπηρεσίας του αστυνομικού τμήματος σε ένα χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη κοιτάζει εδώ και αρκετή ώρα το ακουστικό. Τρεις φορές έχει ήδη σχηματίσει τον ίδιο αριθμό τηλεφώνου, αλλά το έκλεινε πριν καν αρχίζει να καλεί. Πώς μπορεί να πει κάποιος σε ένα γονιό ότι η εικοσιδυάχρονη κόρη του βρέθηκε νεκρή, βασανισμένη, βιασμένη κατά συρροή και καλυμμένη με σατανιστικά τατουάζ σε όλο της το σώμα; “Δεν πληρώνομαι αρκετά για αυτήν την κωλοδουλειά” μονολογεί και σχηματίζει τον αριθμό.