Κεφάλαιο 3Το παραλήρημα του νευροχειρουργού
Δημήτρη Γορίδη για μία πιτσιρίκα
Σύντομα βρίσκεται στο γραφείο του και πίνει λαίμαργα τον κακόγευστο καφέ του αυτόματου μηχανήματος. Πριν προλάβει να τον τελειώσει η γραμματέας του μπαίνει μέσα και διακόπτει την καθιερωμένη τελετουργία της πόσης του καφέ με το ταυτόχρονο χάζεμα στο “f*******:”. Η γραμματέας ονομάζεται Σοφία. Είναι λεπτή, είκοσι πέντε χρονών και παρά το ότι δεν είναι ιδιαιτέρα εντυπωσιακή, αρέσει πολύ στο Δημήτρη. Ωστόσο ποτέ δεν της έδειξε το παραμικρό, καθώς είναι υποδειγματικά πιστός και σοβαρός οικογενειάρχης. Του υπενθυμίζει ότι σήμερα είναι η μέρα της τρίμηνης αναφοράς, στο διευθύνοντα σύμβουλο και ότι πρέπει να πάει επειγόντως στον επικεφαλής νευροχειρουργό κύριο Γορίδη για τις λεπτομέρειες. Ο Δημήτρης βγάζει ένα ξεφύσημα ξενερώματος και γνέφει καταφατικά. Κάθε τρεις μήνες έρχεται ο διευθύνων σύμβουλος και του κάνουν πλήρη αναφορά. Το κακό είναι ότι το τελευταίο δίμηνο διορίστηκε καινούριος διευθύνων σύμβουλος, γεγονός που σημαίνει ότι πρέπει να πει το “ποιηματάκι” από την αρχή. Ο Γορίδης, που ονομάζεται και αυτός Δημήτρης, είναι ο νεαρός συνεργάτης του νευροχειρουργός, που “στρατολόγησε” ο ίδιος τα τελευταία χρόνια στο πρόγραμμα. Στην αρχή φοβόταν ότι λόγω της νευροχειρουργικής του ιδιότητας, θα υποσκέλιζε τη θέση του ως χειριστή του προγράμματος. Αυτό ίσως και να γινόταν, αν ο Δημήτρης εκτός από εμπνευστής της “Τηλεμνήμης” δεν είχε και την ιδιότητα του γαμπρού ενός από τα κορυφαία στελέχη της εταιρίας. Ο πατέρας της γυναίκας του, Γεώργιος Χατζιτρακόγλου είναι μεγαλομέτοχος της φαρμακευτικής εταιρίας. Παρά τις οξυμμένες σχέσεις μεταξύ τους, καθώς ήταν κατά του γάμου με την κόρη του εξαιτίας της μικρής οικονομικής επιφάνειας του Δημήτρη, η συγγένεια μαζί του, έστω και ανεπιθύμητη, είναι ένα γερό χαρτί. Ο Γορίδης όμως παρά αυτές τις αρχικές φοβίες μοιράστηκε το όραμά του χωρίς διάθεση αυτοπροβολής και στην πορεία έγιναν πολύ καλοί φίλοι. Ο Γορίδης, φορώντας όπως πάντα την ιατρική φόρμα, εισέρχεται στο γραφείο.
Γορίδης: “Καλημερούδια Μητσάρα. Τι λέει;”.
Σολέγγας: “Τι να πει ρε Τζιμάκο; Ετοιμάζομαι για το ποιηματάκι. Μήπως θέλεις να πάρεις τη θέση μου;”.
Γορίδης: “Α, όχι. Ευχαριστώ, αλλά δε θα πάρω. Άλλωστε εσύ είσαι ο εμπνευστής. Εγώ δεν είμαι τίποτα άλλο παρά ένας σεμνός ιδεαλιστής επιστήμων, που δεν ασχολείται με πολιτικάντηδες και χαρτογιακάδες. Τα γραφειοκρατικά τα σνομπάρω. Είμαι αφοσιωμένος αποκλειστικά στην επιστήμη”. Και οι δύο γελάνε δυνατά.
Σολέγγας: “Α ρε επιστήμονα νευροχειρουργέ. Για εσάς είναι η ζωή. Εμάς τους κτηνιάτρους λίγο πιο πάνω από τους σκουπιδιάρηδες μας έχουν όλοι. Να δεις που σε λίγο θα με βάλλουν να σφουγγαρίσω τις σκάλες δίπλα στην κυρά Σούλα”.
Γορίδης: “Δεν είναι κακή ιδέα. Λοιπόν, άντε ξεμπέρδεψε με τα γραφειοκρατικά και μετά κατέβα κάτω να συζητήσουμε για τη δουλειά”.
Ο Δημήτρης σκύβει καταφατικά, όπως θα έκανε ένας μπάτλερ σε ένα λόρδο τζέντλεμαν λέγοντας με αστεία αγγλικά προφορά: “Yes Sir,as you wish…”. Ο Γορίδης, ετοιμάζεται να βγει, αλλά ο Δημήτρης τον σταματάει.
Σολέγγας: “Α, δε μου είπες. Τελικά τι έγινε με εκείνη την πιτσιρίκα, που βγήκες το σαββατοκύριακο. Άντε πες μου τα κουτσομπολιά, αφού ξέρεις ότι ως οικογενειάρχης έχω μηδέν ζωή και τα γκομενικά σου τη φωτίζουν”.
Ο Γορίδης αντί να χαμογελάσει, όπως περίμενε ο Δημήτρης παίρνει ένα ύφος μεταξύ κραυγαλέας απελπισίας και απόλυτου ξενερώματος.
Γορίδης: “Μαχαιριά στα στήθια είναι η ερώτησή σου Δημήτρη. Άστα και αηδίασα. Ένα ολόκληρο μήνα είχα να βγω. Έπηξα στη δουλειά ο άνθρωπος και κανόνισα ένα ραντεβουδάκι και εγώ με μια κοπελίτσα του Θεού. Τι το ήθελα; Αφού δε με θέλει η μπάλα”.
Σολέγγας: “Έλα ρε, πες τι έγινε;”.
Γορίδης: “Άστα να στα πω εκτός δουλειάς. Δε νιώθω άνετα να σου πω τις πομπές μου, εδώ πέρα”.
Σολέγγας: “Έλα ρε Γορίδη, ξεκόλα και πες. Πότε εκτός δουλειάς; Αφού όλο εδώ είμαστε. Άντε πες μου και με έφαγε η αγωνία. Ξέρεις ότι είμαι τάφος. Άλλωστε και εγώ σου έχω εκμυστηρευτεί όλα τα προγαμιαία ξεφτιλίκια μου. Τι θέλεις τώρα να αρχίσω να σε παρακαλάω σαν την γκομενίτσα ολόκληρος μαντράχαλος;”.
Και οι δύο έχουν εγκαταλείψει πλήρως το προσωπείο της επαγγελματικής τους σοβαροφάνειας και έχουν παραδοθεί σε μία αυθόρμητα ανέμελη, εφηβική διάθεση. Ο Γορίδης διστακτικά κλείνει την πόρτα και κάθεται, γεγονός που υποδηλώνει πως έχει πολλά να πει .
Γορίδης: “Από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω;”.
Ο Δημήτρης στηρίζει το κεφάλι του με την παλάμη του έχοντας βλέμμα ανυπομονησίας. Ενδόμυχα θυμίζει στο Γορίδη μία ηλικιωμένη θεία του, που πάντα ακτινοβολούσε στο άκουσμα οποιουδήποτε κουτσομπολιού. Έχοντας εγκαταλείψει πλήρως την επιστημονική του ορολογία και καταλαμβανόμενος από την αντρική παιδικότητα, που προκαλεί η εκάστοτε γκομενοσυζήτηση, συνεχίζει την πολυπόθητη για το συνομιλητή του αφήγηση.
Γορίδης: “Όπως σου είπα, η πιτσιρίκα με την οποία είχα κάνει το κονέ, ήταν εμφανισιακά αστέρι, αλλά ροκού.”
Σολέγγας: “Τι εννοείς ροκού;”.
Γορίδης: “Ροκού. Δεν καταλαβαίνεις; Η με τα σκουλαρίκια στην μύτη, σκισμένο τζιν γκόμενα, με επιπρόσθετα ψευδοαριστερά στοιχεία. Το έπαιζε και καλά μποέμ τύπος. Για να καταλάβεις, φορούσε κασκόλ στο νυχτερινό μαγαζί, ενώ είχε σκάσει ο τζίτζικας. Και το πιο ωραίο ήταν ότι σε εμφανές σημείο πάνω στη μπάρα δίπλα από το ποτό της είχε τοποθετημένο ένα βιβλίο του Ντοστογιέφσκι!”.
Σολέγγας: “Μα ήθελα, να ‘ξερα! Πού τις βρίσκεις όλες αυτές;”.
Γορίδης: “Μιλάμε πυροβολημένη τελείως. Αλλά τρελό πιπίνι. Αλεπουδίτσα απίστευτη. Αυτή περπατάει και σταματάει η κυκλοφορία! “.
Σολέγγας: “Τόσο καλό κομμάτι; Για συνέχισε”.
Γορίδης: “Λοιπόν, ενώ η τύπισσα είναι χύμα κατάσταση και κάνει αβέρτα “one night stands”, σε μένα, επειδή άκουσε ότι είμαι γιατρός, μου άρχισε μαραθώνιο διαλογικής συζήτησης στο πόσο κουράστηκε από τις επιπόλαιες συμπεριφορές και τα ξενύχτια και θέλει κάτι πιο σοβαρό και τα λοιπά”.
Σολέγγας: “Καλά σε σένα βρήκε να τα πει αυτά;”.
Γορίδης: “Ε, άντε πες τα και εσύ. Αφού το ξέρεις το σύνδρομο που επιβαρύνει εμάς τους γιατρούς”.
Σολέγγας: “Πιο σύνδρομο;”.
Γορίδης: “Σύνδρομο είπα; Μάστιγα πες καλύτερα. Όταν κάποια ακούσει ότι είμαι γιατρός, ακόμα και αν είναι παρτολέ ολέ και το δίνει κατά παντού σαν παλαβή, σε μένα αρχίζει το πολύωρο κουβεντολόι. Ενώ με άλλους εκδηλώνεται αμέσως και βγάζει τα μάτια της, σε μένα λόγω της ιατρικής μου ιδιότητας αλλάζει γραμμή. Λέει μέσα της: “Α γιατρός είναι; Τώρα θα το παίξω ιστορία, και καλά σοβαρή, μήπως και είναι το τυχερό μου”. Γιατί κάθε, και καλά, τρέντυ πιτσιρίκα, όσο και απελευθερωμένη κι αν είναι, βαθιά μέσα της κρύβει μια κυράτσα. Μια Κατινάρα, που κοιτάει να τυλίξει το γιατρό. Δηλαδή παίρνει αμέσως τη συνειδητή απόφαση ότι όσα δεν είπε σε όλους τους προηγούμενους τα τελευταία πέντε χρόνια να τα πει σε μένα μονοκοπανιά και να μη μου κάτσει, για να εκτιμήσω το πόσο καλή κοπέλα είναι! Ένιωθα λες και έβγαλε μια σκονισμένη εγκυκλοπαίδεια και άρχισε να απαγγέλει έναν εσώψυχο χείμαρρο φλυαρίας μηδενικού ενδιαφέροντος. Και από γεώτρηση τίποτα! Αλλά στους ψευδοαναρχικούς αμέσως να ανοίξει τα πόδια δεν προλαβαίνεται!”.
Σολέγγας: “Χα, χα. Πλάκα, πλάκα δίκιο έχεις. Ώστε από το ζητούμενο στόχο τίποτα και μόνο μιλητό; Ευτυχώς εγώ παντρεύτηκα και ησύχασα. Για ψευδοαναρχικούς που είπες, τι εννοείς; Με μπέρδεψες!”.
Γορίδης: “Κάτσε να σου εξηγήσω. Καταρχάς τα απαραίτητα προσόντα του ψευδόαναρχικού είναι τα ακόλουθα: Πρώτον κατηγορεί τους πάντες που δεν είναι αριστεροί. Στα μπαρ πίνει πάντα τη μεγάλη τη μπίρα τη χύμα, επειδή είναι η πιο φτηνή. Σε στιλιστικό επίπεδο έχει μούσια ή το επιτηδευμένο αξύριστο των πέντε ημερών και το κυριότερο: η πιτυρίδα κυλάει σαν χιονοστιβάδα στη μαύρη μπλούζα, που πάντα φοράει. Επιπλέον, τα υπολείμματα της πιτυρίδας λαμποκοπάνε μέσα στο σκοτάδι από τα φωσφορίζοντα πολύφωτα του μπαρ. Αυτό είναι το σήμα κατατεθέν τους. Όλο λοιπόν αυτό το φαντασμαγορικό σύνολο, επειδή αποπνέει, υποτίθεται, αέρα επαναστάσεως, αμέσως τον παίρνει από το χέρι η ροκού και πάνε στο φτερό στην τουαλέτα του μαγαζιού και του ξηγιέται κλαρινέτο. Μπαμ μπαμ. Ούτε μιλητά, ούτε κουβεντολόγια. Γιατί νομίζει ότι, όταν πάει στην τουαλέτα του μπαρ με τον αξύριστο, τον δήθεν και καλά, και επιδίδεται στην διαδικασία της πεολειχίας, έτσι έκανε επανάσταση και ότι είναι η θηλυκή έκδοση του Τσε Γκεβάρα. Και να πω ότι ήταν αυτός στα αλήθεια αναρχικός, χαλάλι του. Το θέμα είναι οι περισσότεροι από αυτούς απλά δηλώνουν εκ του ασφαλούς ότι είναι. Πετάνε πετρούλες σε βιτρίνες και αμάξια μια φορά το χρόνο στις 17 Νοεμβρίου και σε κανά δύο άλλες περιστάσεις εθιμικά περισσότερο και όχι από ουσιαστική πολιτικοποίηση. Πίνουν μπύρες στα Εξάρχεια μεθοκοπώντας, διασκεδάζοντας και πηδώντας ό,τι κινείται. Μετά βγάζουν βαρύγδουπους λόγους το πόσο σάπιοι είναι όλοι και το ποσό καλοί αγωνιστές είναι οι ίδιοι και στο καπάκι στρίβουν και το μαύρο τους, για να ξεδώσουν, που κουράστηκαν από τα πηδήματα. Και στα αγωνιστικά τους μανιφέστα παραλείπουν να αναφέρουν ότι τους ταΐζουν οι γονείς τους, που τους τα χώνουν κιόλας ότι αποτελούν μέρος του συστήματος. Λένε όλοι το ίδιο ποιηματάκι, που ούτε καν το σκεφτήκαν μόνοι τους, και οι περισσότεροι από αυτούς εμένα με το καλημέρα με βρίζουν και θεωρούν τον εαυτό τους ανώτερο από μένα που βαράω δεκαεξάωρες βάρδιες στην κλινική σχεδόν καθημερινά!”.
Σολέγγας: “Χα, χα. Μα πως κατάφερες και τα ανακάτεψες όλα αυτά; Με κούφανες τώρα! Τι χρυσαυγίτικες πινελιές είναι αυτές που χρωματίζουν τη διήγησή σου! Εγώ να πω την αλήθεια τους πάω τους αναρχικούς. Έτσι, όπως έχουν γίνει τα πράγματα με την οικονομική κρίση και τη σήψη ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, είναι οι μόνοι που έχουν κάποιο δίκιο, αν και διαφωνώ με τις μεθόδους τους. Τα κόμματα και πολύ περισσότερο αυτούς που φανατικά τους ψηφίζουν και τους υποστηρίζουν τους σιχάθηκα όλους. Αφοί όλοι οι πολιτικοί κοιτάνε την πάρτη τους και έχουν καταντήσει την Ελλάδα κανονική αποικία. Εδώ κάνουν ολόκληρη οικονομική γενοκτονία στους Έλληνες και αυτοί το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι τα μικροκομματικά τους συμφέροντα. Νομίζω ότι η μικρή αλεπουδίτσα μάλλον σε έχει επηρεάσει και ως προς την πολιτική σου κρίση”.
Ο Δημήτρης με δυσκολία συγκρατείται να μην ξεσπάσει σε γέλια από το παραλήρημα του συνεργάτη του. Το ότι ο τελευταίος είναι πάντα ιδιαίτερα σοβαρός και με εξειδικευμένες γνώσεις νευροχειρουργός, κάνει την κατάσταση ακόμα πιο αστεία.
Γορίδης: “Άσε ρε Σολέγγα. Μου τη βάρεσε το μωρό. Όλες ίδιες είναι. Σιχάθηκα. Όταν είναι πιτσιρίκες στα πάνω τους, μας βγάζουν το λάδι και μετά μόλις μπαγιατέψουν όλες τους θέλουν παντρειές και το παίζουν όλες κυρίες. Και όταν κάποιος δικαιολογημένα απορρίψει τα γαμήλια σχέδια τους, γιατί είναι …άσε να μην πω καλύτερα. Τότε με το που φάνε το άκυρο, όλες θα πουν: “Ax, δεν υπάρχουν αληθινοί άντρες σήμερα”. Tο ότι oι ίδιες κινούνται σε παρανοϊκά επίπεδα συμπεριφοράς δεν παίζει κανένα ρόλο. Αυτή είναι η εξήγηση η μόνη: το ότι δεν υπάρχουν αληθινοί άντρες. Και στη τελική, αν ήταν να παντρευτώ, έχω από τη μάνα μου ήδη υποψήφια προξενιά. Κάτι χοντρές και άσχημες, αλλά προπαντός καλές κοπέλες, νοικοκυρές, που ξέρουν να μαγειρεύουν. Η απόλυτη φαντασίωση της μάνας μου είναι να παντρευτώ μία από αυτές, γιατί φοβάται μη με τυλίξει καμία, όπως η ίδια λέει ξεσόγιαστη, ξεβράκωτη, μαλλιάρα, που έχει μπαλαμουτιαστεί με τον κάθε περαστικό. Άσε και είμαι να σκάσω”.
Σολέγγας: “Χα, χα… Χαλάρωσε ρε συ. Δεν έγινε και τίποτα. Απλά δε σου έκατσε μία που βγήκες και στο έπαιξε κυρία επί των τιμών”.
Γορίδης: “Άσε, από εδώ και πέρα κάθε σαββατόβραδο ξέρω τι θα κάνω. Θα ξελαμπικάρω με την εκτόνωση διά μέσου αυτοικανοποιήσεως. Έπειτα θα πιω την μπύρα μου, θα φάω τα σουβλάκια μου, θα δω το ντιβιντί μου και μετά νάνι. Εν κατακλείδι ο μεγάλος νικητής είναι αυτός που το παίρνει απόφαση εξαρχής και δεν ασχολείται καν με το θέμα. Και άσ’ τους όλους τους άλλους να το παλεύουν. Οι περισσότεροι θα αποτύχουν παταγωδώς και ο ένας που θα τα καταφέρει κάνει ολόκληρη εργατοδουλειά. Να γνέφει καταφατικά σε κάθε βλακεία που θα ξεστομίσει η άλλη, με προσποιητό ενδιαφέρον, για να κάνει ένα φίκι – φίκι που είναι όλο και όλο δέκα λεπτά υπόθεση. Για αυτό σου λέω: τσόντα κ ξερό ψωμί. Ή μάλλον τσόντα - ψωμί - ελευθερία. Αυτή είναι αληθινή επανάσταση, και όχι των ψευδοαναρχικών”.
Σολέγγας: “Χα, χα. Τι σόου μου έχεις κάνει σήμερα! Νομίζω δουλεύεις περισσότερες ώρες από όσο πρέπει και στη βάρεσε. Μάλλον θα σε πιέζω λιγότερο από εδώ και πέρα για δουλειά. Πάντως με βάση από όσα μου είπες καταλαβαίνω ότι αν και γιατρός είσαι βαθιά συναισθηματικός τύπος”.
Γορίδης: “Χα, χα. Να ΄σαι καλά με έκανες και γέλασα. Τέλος πάντων αρκετά με τα βλακώδη και αποτυχημένα προσωπικά μου. Κατεβαίνω κάτω στο υπόγειο να συνεχίσω. Σε περιμένω, αφού ξεμπερδέψεις με τον διευθύνοντα σύμβουλο”.
Σολέγγας: “Έγινε, μεγαλογιατρέ”.
Ο Σολέγγας προετοιμάζεται για την επικείμενη αναφορά του στο σύμβουλο και αναλογίζεται φευγαλέα το πόσο και ο πιο μετρημένος και μορφωμένος άντρας εύκολα κατρακυλάει στα απύθμενα βάθη της φαιδρότητας, όταν πρόκειται για γυναίκα. Κοιτώντας τις σημειώσεις του, φευγαλέα αναδύονται από τη μνήμη του τα δικά του ευτράπελα, πριν παντρευτεί, και χαμογελάει.