Κεφάλαιο 4

724 Words
Κεφάλαιο 4“Δε μου συμβαίνει εμένα αυτό…” Ταυτόχρονα αρκετά μακριά παρά το φως της ηλιόλουστης ημέρας ένα ιδιαίτερα σκοτεινό σκηνικό έχει από ώρες στηθεί. Πρωταγωνίστρια μια νεαρή κοπέλα 20 ετών. Το όνομά της είναι Χριστίνα και μέχρι πριν μερικές ώρες ήταν εξαιρετικά όμορφη και ελκυστική. Τώρα μετά βίας αναγνωρίζεται ότι είναι γυναίκα, καθώς το πρόσωπό της είναι πρησμένο και μελανιασμένο από τα συνεχή χτυπήματα. Το σώμα της είναι τελείως γυμνό, δεμένο σε ένα περίεργο ξύλινο έπιπλο με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι ακινητοποιημένη μπρούμυτα και ματώνει ασταμάτητα στα σημεία, όπου την έχουν βιάσει. Τα μάτια της αλληθωρίζοντας ατενίζουν το κενό, προδίδοντας ότι βρίσκεται σε πλήρη κατάσταση αμόκ. Από τα πρησμένα χείλη της ξεγλιστρούν σιγανά τα φωνήεντα: “Ε,ου,υ,ε,υ,ε,ε,α,α,ο…”. “Δε μου συμβαίνει εμένα αυτό, Δε μου συμβαίνει εμένα αυτό…” προσπαθεί ο εγκέφαλός της να πείσει τον εαυτό της ως αντίδραση στον απόλυτο τρόμο, που μόλις βίωσε. Απέναντί της βρίσκονται τρεις άντρες, οι οποίοι φοράνε ράσα με μαύρες κουκούλες. Τα ράσα φτάνουν μέχρι τη μέση και από κάτω είναι εντελώς γυμνοί. Ο ένας απαγγέλει ακαταλαβίστικες εκφράσεις στα λατινικά, ενώ ο άλλος ετοιμάζεται να πάρει τη σειρά του στη διαδικασία του βιασμού. Ο τρίτος είναι ο Σολοβάιδ, ο οποίος κάθεται αναπαυτικά σε μια κόκκινη πολυθρόνα και έχει κατεβασμένη την κουκούλα αφήνοντας να φαίνεται το άσχημο, αξύριστο πρόσωπό του. Δε δείχνει να ενδιαφέρεται για την ανίερη τελετουργία. Το μόνο που τον διεγείρει είναι η εικόνα του απόλυτου εξευτελισμού της κοπέλας. Έχοντας το κεφάλι του ελαφρά χαμηλωμένο και τα ψυχρά γαλανά του μάτια να κοιτάζουν τα ματωμένα γυναικεία οπίσθια, σχηματίζει το ίδιο ,όπως πάντα, άψυχο, διεστραμμένο χαμόγελο. Αμέσως επανέρχεται σε στύση. Ο άλλος ρασοφόρος έχει ήδη πλησιάσει την κοπέλα και ετοιμάζεται να εντείνει το μαρτύριό της. Ο Σολοβάιδ πιάνει το ποτήρι, που έχει μέσα σκέτη βότκα με ένα κομμάτι λεμόνι, και το πίνει μονορούφι με την ίδια ευκολία σαν να πίνει νερό. Μετά σηκώνεται από την πολυθρόνα κρατώντας έναν εντυπωσιακό ασημί αναπτήρα, που έχει χαραγμένο στην επιφάνειά του ένα δρεπάνι. Στο άλλο χέρι έχει ένα τσιγάρο. Δαγκώνει το φίλτρο ξεκολλώντας το και το ανάβει. Ρουφάει με δύναμη και καπνίζει μονομιάς το ένα τρίτο του τσιγάρου. Βγάζει ένα μικρό βήξιμο αποπνέοντας ένα μεγάλο γκρίζο νέφος από τα ρουθούνια του. “Ο λύκος μου είναι ακόμα πεινασμένος, οπότε κάνε στην άκρη” φωνάζει στα ρουμάνικα χωρίς να πάρει το βλέμμα του από την κοπέλα. “Σολοβάιδ είναι η σειρά μου. Τόση ώρα περιμένω. Θέλω να τη σκίσω τώρα την πουτάνα. Μη με κόβεις” απαντά ο άλλος ρασοφόρος, δίνοντας ένα απαξιωτικό χαστούκι στον πισινό της. Ο Σολοβάιδ παίρνει μία ακόμη μεγάλη ρουφηξιά από το τσιγάρο και τον πλησιάζει. Του χαμογελάει φιλικά και του κλείνει το μάτι. Με μία απρόσμενα ξαφνική κίνηση του δίνει μια κλωτσιά στα γεννητικά όργανα. Ο ρασοφόρος ουρλιάζει και διπλώνεται στα δύο. Ύστερα ο Σολοβάιδ του αρπάζει το κεφάλι και πιέζει την κάφτρα του τσιγάρου του μέσα στο μάτι του και τον πετάει με δύναμη κάτω. “Τράβα να μυξοκλάψεις αλλού, μικρέ. Και άλλη φορά, όταν σε διατάζω κάτι, να το κάνεις” τον προτρέπει στα ρουμάνικα και στρέφεται προς την κοπέλα. Ο άλλος κουκουλοφόρος, που ψέλνει την τελετουργία, σταματάει απότομα και επισημαίνει με μία ασυνήθιστα μελιστάλακτη φωνή: “Σολοβάιδ, πόσες φορές θα σου πω να μη δέρνεις τους υποτακτικούς μου και να μην διακόπτεις την τελετουργία;”. Κατεβάζει την κουκούλα του αποκαλύπτοντας τα χαρακτηριστικά του. Είναι φαλακρός, ηλικιωμένος με ένα άσπρο περιποιημένο μούσι και λεπτά γυαλιά πρεσβυωπίας. Το παρουσιαστικό του ταιριάζει περισσότερο σε καθηγητή πανεπιστημίου παρά σε έναν ψυχοπαθή αντιανθρώπινο εγκληματία. “Σολοβάιδ έχεις δυνατή τη Σκοτεινή Φλόγα μέσα σου. Όμως δε δείχνεις τον πρέποντα σεβασμό στις τελετουργίες και την πίστη του Πορφυρού Τάγματος” του επισημαίνει στα ρουμάνικα χτυπώντας τον απαλά στον ώμο. Ο Σολοβάιδ χαμογελάει και του απαντάει: “Πατέρα Πέτρακ, αγάπα με για αυτό που είμαι ή σκότωσε με”. Ο Πέτρακ γελάει δυνατά και με τα χέρια του γνέφει προς την κοπέλα δίνοντας του την άδεια να συνεχίσει. O Σολοβάιδ σιγοψιθυρίζει με σπασμένα ελληνικά στο αυτί της κοπέλας: “Βλέπω έχεις ματώσει. Το ξέρεις ότι το αίμα είναι το καλύτερο λιπαντικό; Θέλω να ξέρεις πως ό,τι σου κάνω τώρα θα το βιντεοσκοπήσω. Πριν σε σκοτώσω θέλω να έχεις καλά χαραγμένο στο μυαλό σου ότι θα φροντίσω στο μέλλον η οικογένειά σου να δει τις επιδόσεις σου στο πόσο ικανή πόρνη είσαι”. Ο Σολοβάιδ καλύπτει με την κουκούλα το πρόσωπό του και ο Πέτρακ, αφού στήνει την κάμερα και πατάει το κουμπί της εγγραφής, αρχίζει να ακονίζει το τελετουργικό μαχαίρι των θυσιών. Η κοπέλα δε δείχνει να αντιλαμβάνεται τα όσα συμβαίνουν. Απλά συνεχίζει να επαναλαμβάνει ξεψυχισμένα τα φωνήεντα “Ε,ου,υ,ε,υ,ε,ε, α,α,ο…”.
Free reading for new users
Scan code to download app
Facebookexpand_more
  • author-avatar
    Writer
  • chap_listContents
  • likeADD