ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

1285 Words
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Η Βερόνικα παρακολουθούσε το μέρος όπου την είχαν μεταφέρει. Δεν ήξερε ακριβώς πόσες ώρες βρισκόταν εκεί, αλλά είχαν περάσει πολλές από τη στιγμή που την πλησίασαν – το υπέθεσε από το σκοτάδι που υπήρχε γύρω της. Δεν είχε ιδέα τι συνέβαινε, ήξερε μόνο ότι δεν ήταν κάτι συνηθισμένο από τον τρόπο που την πλησίασαν στο πάρκινγκ της εταιρείας του πατέρα της. Είχε ως συνήθως από τη δουλειά της στις πέντε το απόγευμα και κατευθύνθηκε στο πάρκινγκ ήσυχα. Όταν άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου της, ένα βανάκι σταμάτησε δίπλα της και δύο κουκουλοφόροι κατέβηκαν, την άρπαξαν, την έβαλαν στο αυτοκίνητο και έφυγαν. «Να είσαι καλή και να συνεργαστείς μαζί μας. Αν κάνεις ό,τι σου λέμε, δεν θα πάθεις κακό». Ένας από τους άνδρες τής έδωσε κάτι γυαλιά ηλίου και η Βερόνικα τα πήρε, πιέζοντας τον εαυτό της να κάνει ησυχία, γιατί δεν ήθελε να δείξει ότι έτρεμε. Δεν έβλεπε τίποτα μπροστά της όσο καθόταν ανάμεσά τους. Τα γυαλιά ηλίου ήταν πολύ σκοτεινά για να μπορέσει να δει κάτι. Άκουγε μόνο το μούγκρισμα του οχήματος και την αλλοιωμένη αναπνοή του απαγωγέα στα αριστερά της. Συνέχισαν σιωπηλά. Δεν ειπώθηκε ούτε ρωτήθηκε κάτι άλλο. Δεν της είχε περάσει από το μυαλό ότι επρόκειτο για κάποιο αστείο του προσωπικού του ιδρύματος, αφού η προσέγγιση και ο τρόπος που την κρατούσαν καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής δεν έμοιαζε ερασιτεχνικός. Δεν ήταν ούτε φιλικός ούτε συναδελφικός. Ένας από αυτούς έμοιαζε να έχει όπλο. Αρκετές φορές όταν το αυτοκίνητο περνούσε από λακκούβες το ένιωθε να ακουμπάει στα πλευρά της, αλλά σε καμία περίπτωση δεν προσπάθησε να κοιτάξει προς τα κάτω για να δει αν όντως επρόκειτο για όπλο. Παρέμεινε ακίνητη μέχρι το τέλος της διαδρομής. Κάποια στιγμή αργότερα, όταν έκοψαν ταχύτητα και άρχισαν να ψιθυρίζουν μέσα στο βανάκι, κατάλαβε ότι κάπου έφταναν, και είχε κόσμο. Υπήρχαν κι άλλοι εκεί. Η Βερόνικα μύρισε φαγητό. Λίγο αργότερα, πριν φτάσουν, σταμάτησαν να μιλάνε και μπορούσε να ακούσει μόνο το τραγούδι κάποιων νυχτερινών ζώων. Μόλις το αυτοκίνητο σταμάτησε, την απομάκρυναν βιαστικά. Ένας από τους άνδρες την είχε πιάσει από το σβέρκο, πιέζοντας το κεφάλι της προς τα κάτω, ώστε να μην βλέπει τίποτα άλλο παρά μόνο τα πόδια της. Μπόρεσε επίσης να δει κάτι πλακάκια. Μετά τη μετέφεραν μέσα στο ακίνητο. Εκεί μέσα, η Βερόνικα παρατήρησε ότι ο αέρας ήταν πιο καθαρός και μύριζε καλύτερα – μάλλον υπήρχαν γυναίκες τριγύρω. Καθώς την κρατούσε ένας από τους απαγωγείς, την οδήγησαν σε μια απότομη σκάλα που φαινόταν να οδηγεί σε ένα υπόγειο. Η Βερόνικα έβλεπε μόνο τα πόδια της και μερικές φορές τα πόδια ενός από τους άνδρες που την είχαν απαγάγει στο πάρκινγκ. Φορούσε όμορφα καινούργια παπούτσια, μάλλον δερμάτινα και ακριβά. Μόλις σταμάτησαν να περπατούν, μια πόρτα άνοιξε. «Δεν έχουμε καμία πρόθεση να σου κάνουμε κακό, κοπελιά. Συνεργάσου μαζί μας και όλα θα πάνε καλά», είπε ο άνδρας. Η προειδοποίηση δόθηκε όταν ένιωσε να της αφήνει το χέρι και εκείνη έμεινε ακίνητη στη μέση του πουθενά, χωρίς καν κάποιον τοίχο για να στηριχτεί. Καθώς έφευγε, γύρισε προς το μέρος της. «Βολέψου. Σε λίγο θα σου φέρουμε κάτι να φας. Αν κάνουμε τα πράγματα σωστά, όλοι θα κερδίσουν, ειδικά εσύ». Ο άνδρας άναψε το φως από τον διακόπτη στο τέλος της σκάλας και έφυγε. Μόλις η Βερόνικα άκουσε τον ήχο του κλειδώματος της πόρτας, έβγαλε τα γυαλιά της και κοίταξε γύρω της με περισσότερη ηρεμία. Ο χώρος ήταν τακτοποιημένος. Υπήρχε ένα κρεβάτι στη μια γωνία και ένα τραπέζι με μια καρέκλα στην άλλη. Υπήρχε επίσης μια ντουλάπα για ρούχα και μια βιβλιοθήκη. Πλησίασε με περιέργεια την ντουλάπα και διαπίστωσε ότι μέσα υπήρχαν ρούχα και δύο ζευγάρια παπούτσια. Σε ένα από τα συρτάρια υπήρχαν εσώρουχα στο μέγεθός της και προσωπικά προϊόντα, κάτι που δεν την εξέπληττε πλέον. Όλα εκεί έμοιαζαν να είναι ακριβώς γι' αυτήν. Στο επόμενο συρτάρι η Βερόνικα βρήκε μια απλή συσκευή για να ακούει μουσική. Σίγουρα την είχαν αφήσει και αυτή για εκείνη. Στο μπάνιο υπήρχαν τα βασικά προϊόντα υγιεινής. Αυτό την ηρέμησε για λίγα δευτερόλεπτα. Τουλάχιστον θα είχε κάποιου είδους αξιοπρέπεια εκεί. Βέβαια, το άγχος άρχισε να την κυριεύει γιατί δεν ήξερε τι θα ακολουθούσε. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν θα επέστρεφε στο σπίτι της εκείνο το βράδυ. Αφού έλεγξε το μπάνιο, η Βερόνικα επέστρεψε στο δωμάτιο και έμεινε εκεί για πολλή ώρα προσπαθώντας να παραμείνει ήρεμη. Μέσα στη σιωπή αυτού του άγνωστου μέρους θυμήθηκε τον πατέρα της, έναν δυνατό και εργατικό άντρα, αλλά ήξερε ότι η υγεία του είχε εξασθενήσει εδώ και πολύ καιρό. Πρέπει να ήταν συντετριμμένος εκείνη τη στιγμή. Από τότε που η μητέρα της έφυγε –τους εγκατέλειψε–, ο Πολ δεν ήταν ποτέ πια ο ίδιος. Είχε αφοσιωθεί πλήρως στην εταιρεία και στη μικρή του κόρη και είχε δημιουργήσει έναν μοναδικό δεσμό μεταξύ τους. Η Βερόνικα ήλπιζε να είχε κάποια βοήθεια εκείνες τις δύσκολες ώρες. Αυτή η διαβεβαίωση θα αποτελούσε μεγάλη παρηγοριά. Για όλα τα άλλα θα μπορούσε να ανησυχήσει άλλη στιγμή. Στο μυαλό της πέρασε η ανάμνηση της μητέρας της. Η Βερόνικα σπάνια επέτρεπε στον εαυτό της να θυμάται τη γυναίκα που την είχε ανταλλάξει με την ελευθερία της, αφήνοντας πίσω της ό,τι αποτελούσε μέρος του παρελθόντος της. Ούτε καν η οικογένεια της Βαλκίρια δεν την είχε ενημερώσει για το πού βρισκόταν τα τελευταία 15 χρόνια, και όταν η Βερόνικα και ο πατέρας της μιλούσαν με τον θείο της, τον μοναδικό συγγενή που την επισκεπτόταν συχνά και φαινόταν να τη συμπαθεί, δεν έπαιρναν πολλές έγκυρες πληροφορίες, οπότε σταδιακά παραμέρισαν τις ερωτήσεις τους και τελικά αποδέχτηκαν την απουσία της μητέρας και συζύγου. Δεν ήξερε γιατί θυμόταν τα παλιά εκείνη τη στιγμή. Πιθανώς επειδή βίωνε την ίδια αίσθηση φόβου και κενού που είχε όταν είχε φύγει η μητέρα της. Βάζοντας το πρόσωπό της ανάμεσα στα πόδια της αφέθηκε να πέσει στο κρεβάτι και κοίταξε το ταβάνι χωρίς να έχει τίποτα να κάνει ή να σκεφτεί. Αργότερα, η Βερόνικα άκουσε μια γυναικεία φωνή, επιβεβαιώνοντας τις προβλέψεις της ότι υπήρχε μια γυναίκα εκεί. Μετά, η σιωπή απλώθηκε και πάλι στον χώρο, μέχρι που η ίδια γυναίκα ήρθε να της φέρει κάτι να φάει. Μετά από ένα χτύπημα και πριν εισέλθει, είπε: «Αν δεν φοράς το μαντίλι, φόρεσέ το». Η Βερόνικα κοίταξε γύρω της και είδε ένα μαύρο πανί που ήταν απλωμένο στο κεφαλάρι του κρεβατιού, το πήρε και κάλυψε τα μάτια της. «Το φοράω». Η γυναίκα μπήκε μέσα και την πλησίασε ενώ κάτι έριχνε σε ένα πιάτο. Τότε η Βερόνικα άκουσε ένα υγρό να χύνεται σε ένα ποτήρι. «Χυμός, μάλλον», σκέφτηκε όταν μύρισε μια ανεπαίσθητη μυρωδιά φράουλας. «Είναι απίστευτο το πώς οι άλλες αισθήσεις σου οξύνονται όταν σε εμποδίζουν να δεις», σκέφτηκε. «Αφήνω το φαγητό σου εδώ», είπε η γυναίκα. Η Βερόνικα περίμενε μέχρι να μείνει μόνη της στο δωμάτιο και μετά έβγαλε το μαντίλι. Πιθανώς η γυναίκα δεν ήθελε να τη δει η Βερόνικα. Το γεύμα ήταν ένα ποτήρι χυμός φράουλα και ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι πίτσα πεπερόνι. Δεν είχε την παραμικρή όρεξη να φάει ή να πιει κάτι, αλλά ήξερε ότι θα ήταν καλύτερα να φάει, για να διατηρηθεί καλά σωματικά. Και επίσης, δεν επιθυμούσε να δημιουργήσει τεταμένες καταστάσεις που θα μπορούσαν να αναστατώσουν αυτούς τους ανθρώπους. Δεν ήξερε ποιοι ήταν ή τι θα ήταν ικανοί να κάνουν αν τους δοκίμαζε. Μόνο ένα πράγμα ήξερε: έπρεπε να παραμείνει ήρεμη. Μετά το γεύμα πήγε στο μπάνιο και έκανε ένα γρήγορο ντους προσπαθώντας να ανακουφιστεί από την ένταση που ένιωθε στο σώμα της. Αφού τελείωσε το ντους και βούρτσισε τα δόντια της, πήγε στο άλλο δωμάτιο όπου την περίμενε το στρωμένο κρεβάτι. Κάθισε και παρατήρησε τα πράγματα γύρω της. Κυριεύτηκε από τη δυσφορία. Η κατάσταση ήταν υπερβολικά αγχωτική και ανησυχούσε υπερβολικά. Προκειμένου να αποκοιμηθεί γρήγορα, φόρεσε τα ακουστικά, έβαλε μουσική σε χαμηλή ένταση και ξάπλωσε κουρασμένη, προσπαθώντας να διώξει τα φαντάσματα του άγχους και του φόβου που την καταδίωκαν.
Free reading for new users
Scan code to download app
Facebookexpand_more
  • author-avatar
    Writer
  • chap_listContents
  • likeADD