ΔΎΟ
«Λοιπόν, είμαστε εντάξει για τις εφτά και μισή;» ρώτησε η Ένιδα Σάντσεζ καθώς στεκόταν στην πόρτα του γραφείου.
«Ναι, θα είμαι στο κλαμπ στην ώρα μου,» είπε η Ρέητσελ καθώς σημείωνε το ημερολόγιό της. «Το ίδιο και η Τία και η Ολίβια. Έχω ήδη μιλήσει μαζί τους και το επιβεβαίωσα.»
«Ωραία! Τότε, φεύγω για τη δουλειά. Τα λέμε.» Η Ένιδα Σάντσεζ, βγήκε από το γραφείο της πολυκατοικίας, κουνώντας τους στρογγυλούς γλουτούς της. Ευλογημένη όντας, με γενναιόδωρα φυσικά κάλλη, τα σγουρά μαύρα μαλλιά της πλαισίωναν το όμορφο πρόσωπο της καθώς κινούνταν.
Η Ρέητσελ και η Ένιδα συμπάθησαν η μία την άλλη αμέσως μόλις συναντήθηκαν στην πισίνα, αν και ήταν προφανές ότι δεν είχαν καν ένα κοινό. Η Ένιδα ήταν ιδιοκτήτρια ενός καταφυγίου ζωντανών ζώων και αγωνιζόταν ενεργά για τα δικαιώματα των ζώων. Εξαιτίας της αφοσίωσής της στα ζώα που την είχαν ανάγκη και τα παιδιά της, δεν είχε πολύ χρόνο για τον άντρα της. Συνεπώς, είχαν χωρίσει εδώ και αρκετά χρόνια πριν μετακομίσει στην πολυκατοικία.
Αν και ακόμα ασχολούνταν με το καταφύγιο, η Ένιδα κατάφερε πια να προσλάβει έναν άντρα για να διαχειρίζεται καθημερινά την εγκατάσταση, αφού της κληροδοτήθηκε ένα μεγάλο ποσό. Ο άντρας ζούσε στις εγκαταστάσεις που κάποτε έμενε η ίδια. Τώρα όμως, εκείνη απολαμβάνει τη ζωή στην παραλία και την μυρωδιά του αλατισμένου αέρα, μετά από τόσων χρόνων σκυλίσιας μυρωδιάς. Έκανε φίλους στο Μπριζγουέη, μίας εκ των οποίων ήταν και η Ρέητσελ, και χαιρόταν την ξεκούρασή της μετά από εργασία τόσων χρόνων. Η ζωή ήταν ωραία.
«Θεέ και κύριε, κάνει ζέστη εκεί έξω,» γκρίνιαξε η Λορέτα καθώς πέρασε δίπλα από την Ένιδα και συνέχισε προς το δροσερό από το αιρ-κοντίσιον γραφείο της Ρέητσελ με μια επιταγή στα χέρια. «Δεν θυμάμαι να ένιωσα ποτέ έτσι στη Νεβάδα. Έχει πολλή υγρασία.»
Η Λορέτα άγγιξε τα ελαστικά, γκρίζα μαλλιά της, τα οποία είχε χτενίσει σε στυλ μπουφάν κι ένα κότσο στο πίσω μέρος. Ένα λαμπερό χτενάκι ήταν τοποθετημένο στο κεφάλι, και το άρωμα της λακ αναδυόταν παντού στο γραφείο. Τόσο λεπτή όσο ένα καλάμι και πάντα με σοφιστικέ εμφάνιση, η γριά γυναίκα φορούσε ένα ροδακινί παντελόνι. Η Ρέητσελ δεν μπορούσε να μην σκεφτεί ότι η Λορέτα θα έπρεπε να ντύνεται πιο ελαφρά αφού παραπονιέται για την υγρασία.
«Σου έχω εδώ το νοίκι,» είπε η Λορέτα, τοποθετώντας την επιταγή πάνω στο γραφείο. «Ο άντρας σου έκανε θαυ7μάσια δουλειά με την τουαλέτα. Δεν τρέχει πια όλη νύχτα και έτσι μπορώ και κοιμάμαι. Αρκετά δυσκολεύομαι από μόνη μου να κοιμηθώ, δεν χρειάζεται να έχω και βοήθεια.»
«Χαίρομαι που κοιμάσαι πια χωρίς να σε ενοχλεί, Λορέτα.» Η Ρέητσελ έκοψε μια απόδειξη για τη γυναίκα. «Αν έχεις τίποτα άλλα προβλήματα, να μου το πεις σε παρακαλώ. Θα σου στείλω πάλι τον Τζο.»
«Σ’ ευχαριστώ, καλή μου. Είσαι μια γλύκα.» Η Λορέτα προχώρησε προς το σαλόνι και μετά βγήκε και πάλι έξω στην ζέστη.
Χτύπησε το τηλέφωνο. Η Ρέητσελ το σήκωσε, περιμένοντας ότι θα ήταν ο Τζο.
«Βαρέθηκα πια τους τσακωμούς αυτών των διπλανών μου. Αν δεν μπορείς να τους κάνεις εσύ να σωπάσουν, θα καλέσω την αστυνομία.» Η Πηνελόπη Χάρντγουντ δεν δήλωσε καν το όνομά της, αλλά έδειξε αμέσως την δυσαρέσκειά της στην Ρέητσελ με τα λόγια της.
«Τι έγινε πάλι» Ρώτησε η Ρέητσελ, γνωρίζοντας σε ποια μιλάει.
«Ο Μαρκ φωνάζει στην Λόλα κι εκείνη ουρλιάζει σαν γάτα που της κόβουν την ουρά με πριόνι. Όλη νύχτα κάνουν αυτή τη δουλειά, και έχει πάει δέκα η ώρα το πρωί και δε λένε να σταματήσουν.»
«Προσπάθησες να χτυπήσεις τον τοίχο; Μερικές φορές οι άνθρωποι ντρέπονται όταν καταλαβαίνουν ότι τους ακούν οι γείτονες να τσακώνονται και σταματούν», είπε η Ρέητσελ, προσφέροντας την καλύτερη συμβουλή της.
«Χτύπησε μέχρι που μελάνιασαν τα χέρια μου. Αυτός ο απαίσιος άνθρωπος θα την σκοτώσει. Μόνο έτσι θα μπορέσω να βρω την ησυχία μου», είπε η Πηνελόπη, αναστενάζοντας βαθιά.
Η Πηνελόπη ήταν πολλά χρόνια ένοικος της πολυκατοικίας. Όντας διορίσει τον εαυτό της προσωπικό της πληροφοριοδότη της Ρέητσελ, η γριά γυναίκα κρατούσε ενήμερη την Ρέητσελ για οτιδήποτε συνέβαινε στην πολυκατοικία, αναφέροντας οποιαδήποτε ανάρμοστη συμπεριφορά των γειτόνων της. Φορώντας πάντα ένα πουλόβερ ακόμα κι αν έξω είχε 40 βαθμούς, η Πηνελόπη ήταν πάντα στο κατάλληλο μέρος όταν συνέβαινε κάτι. Όλοι γνώριζαν ότι μαρτυρούσε τα πάντα που έβλεπε ή άκουγε, στην Ρέητσελ.
«Θα ανέβω να τους μιλήσω. Εσύ μείνε στο διαμέρισμά σου, Πηνελόπη, εντάξει;»
«Εντάξει, θα μείνω μέσα.» Υποσχέθηκε. «Όμως πρέπει να κάνεις κάτι.»
«Έρχομαι», είπε η Ρέητσελ, κλείνοντας το τηλέφωνο και κλειδώνοντας το γραφείο της πριν φύγει.
Η Ρέητσελ ανέβηκε στον όγδοο όροφο με το ασανσέρ. Όταν βγήκε, άκουγε τη φασαρία. Ήχοι χτυπημάτων ακούγονταν μέχρι έξω τον διάδρομο, κάνοντας την Ρέητσελ να σκεφτεί ότι ο Μαρκ, χτυπούσε τη γυναίκα του πάνω στους τοίχους. Οι κραυγές της Λόλας γέμιζαν τον αέρα, ακολουθούμενοι από θορύβους, που θα έλεγε κανείς ότι πετάει αντικείμενα στον άντρα της. Η Ρέητσελ αναρωτιόταν γιατί κανείς δεν είχε καλέσει την αστυνομία. Φαίνεται, πως μόνο η Πηνελόπη ενδιαφερόταν για το τι συμβαίνει σε εκείνο το διαμέρισμα.
Η Ρέητσελ χτύπησε δυνατά την πόρτα με την γροθιά της. «Ανοίξτε! Η Ρέητσελ είμαι.»
Επικράτησε ησυχία για μια στιγμή, μετά, η πόρτα ανοίγει αργά. Η Λόλα στεκόταν πίσω από την πόρτα, τα καστανά της μαλλιά ήταν ανακατεμένα και μισοέπεφταν στο πρόσωπό της. Είχε μαυρισμένο το ένα μάτι και το άλλο βλέφαρο ήταν κλειστό. Η μύτη της ήταν κόκκινη από το ξεραμένο αίμα και τα χείλη της ήταν πρησμένα. Η Λόλα ήταν ένα τρομερό θέαμα.
«Γεια, Ρέητσελ», είπε η Λόλα, με φυσική φωνή, καθώς η εμφάνισή της δεν έδειχνε κάτι το αφύσικο.
«Λόλα, πρέπει να ξέρεις ότι οι δυο σας κάνετε πολύ θόρυβο. Είμαι έκπληκτη που κανείς δεν έχει καλέσει την αστυνομία ακόμα.» Η Ρέητσελ έκανε πίσω με τα χέρι στη μέση, κοιτάζοντας οργισμένη την μεσήλικη γυναίκα.
«Αχ, συγνώμη, δεν είχα καταλάβει ότι κάναμε τόσο θόρυβο», είπε, στην αρχή ντροπιασμένη, και μετά το πρόσωπό της άλλαξε έκφραση λέγοντας, «Ξέρεις πώς είναι αυτά, τα ζευγάρια καυγαδίζουν που και που.»
«Αυτό δεν ήταν καυγαδάκι, αλλά ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Αλήθεια, πώς μπορείς να κάθεσαι εκεί και να μου το λες αυτό; Νομίζεις ότι οι γείτονές σου δεν ακούν; Οι περισσότεροι φορούν ακουστικά.»
«Εντάξει, δεν ξέρω, μάλλον τα πράγματα βγήκαν εκτός ελέγχου.»
«Πού είναι ο Μαρκ; Θέλω να δω τον Μαρκ αμέσως», απαίτησε η Ρέητσελ. Μερικές φορές ένιωθε ότι διοικούσε νηπιαγωγείο για ηλικιωμένους παραβάτες.
Τα μάτια της Λόλας άνοιξαν διάπλατα από το φόβο. Τα πρησμένα της χείλη άρχισαν να κινούνται χωρίς να βγαίνει ήχος.
«Μαρκ!» φώναξε η Ρέητσελ καθώς έσπρωχνε την Λόλα για να μπει στο χολ. «Βγες έξω να μιλήσουμε.»
Το διαμέρισμα ήταν χάλια. Σάλτσα ζυμαρικών; Λουκάνικο;
Ένας ψηλός άντρας βγήκε από την κρεβατοκάμαρα και στάθηκε όρθιος με μια ματιά απελπισίας στο πρόσωπό του.
«Οι γείτονες διαμαρτύρονται για τους καυγάδες που κάνετε εδώ. Αυτή τη φορά τα πράγματα έχουν ξεφύγει».
Η Ρέιτσελ πρόσεξε ότι ήταν λίγο ατημέλητος. Τα υπό φυσιολογικές συνθήκες, μαλλιά του που τα χτένιζε πάντα προς τα πίσω, κρέμονταν γύρω από τις πλευρές του λεπτού προσώπου του και το πουκάμισό του ήταν ανοιχτό, αποκαλύπτοντας το δέρμα. Γυμνά πόδια ξεπροβάλουν κάτω από το τζιν του.
«Λυπάμαι, δεν κατάλαβα ότι κάναμε τόσο θόρυβος ώστε οι άλλοι να μπορούν να μας ακούσουν τη συζήτησή μας», είπε ο Μαρκ.
Η Ρέητσελ δεν του επέτρεψε να πει καμιά δικαιολογία. «Συζήτηση; Άκουγα την φωνή σου μέσα από το ασανσέρ να ουρλιάζει στην Λόλα. Κι εκείνη στρίγγλιζε. Δεν γινόταν καμία συζήτηση.»
Σ’ αυτό το σημείο, η ματιά της Ρέητσελ έπεσε στο σαλόνι και την τραπεζαρία. Σπασμένα γυαλικά και φαγητό ήταν παντού πεταμένα πάνω στο χαλί και σκούρες κηλίδες κάλυπταν τους τοίχους όπου και οι δύο θα πρέπει να κοπανούσαν ο ένας τον άλλον. Τα κοιλώματα στους τοίχους μαρτυρούσαν ότι είχαν πεταχτεί αντικείμενα. Σε έναν άλλον τοίχο είδε κόκκινα σημάδια, τα οποία η Ρέητσελ υπέθεσε ότι ήταν αίμα, ή ίσως σάλτσα τομάτας. Μία καρέκλα ήταν πεσμένα πλάγια και μερικά τραπέζια ήταν λοξά.
Κοιτώντας πιο προσεχτικά τον Μαρκ, η Ρέητσελ είδε ότι είχε ένα κόψιμο στο δεξί του μάτι, ένα ματωμένο, πρησμένο χείλος και το αριστερό του μάτι είχε αρχίσει να πρήζεται κι αυτό. Έσταζε ιδρώτα και λάδι κινητήρα. Σπουδαία συζήτηση πρέπει να είχαν.
«Έχω μείνει άφωνη. Κοιτάξτε πώς είστε!» φώναξε η Ρέητσελ. «Λόλα, είσαι, τι να σου πω!»
Η γυναίκα έτρεμε καθώς στηρίχτηκε στον τοίχο. Το πουκάμισό της ήταν μισοσχισμένο και ίσα-ίσα που κρατιόταν στους ώμους της. Φορούσε μία παντόφλα και το σορτσάκι της ήταν σχισμένο και σχεδόν βγαλμένο. Μια μεγάλη μελανιά είχε σχηματιστεί στον ένα της γλουτό και στο μπράτσο της μπορούσες να δεις ένα κόψιμο.
«Μη μου πείτε ότι δεν τσακωθήκατε γερά. Με το που σας βλέπω, καταλαβαίνω τι έχει συμβεί. Και οι γείτονες παραπονιούνται.» Η Ρέητσελ κοίταξε και τους δυο καθώς βημάτιζε, σκεφτόμενη τι θα κάνει με αυτούς τους δυο. «Κοιτάξτε τι κάνετε στο διαμέρισμα. Είναι χάλια!»
«Λυπούμαστε,» είπε ο Μαρκ, τρίβοντας νευρικά το ένα του μπράτσο με το χέρι. Το τατουάζ με την καρδιά που είχε στο μπράτσο, φαινόταν σα να είχε ένα ακόμα βέλος. Αναμφίβολα, αυτό το κόψιμο, το έκανε η Λόλα.
«Ναι, συγνώμη», μουρμούρισε η Λόλα.
«Αυτό το διαμέρισμα ανήκει στους Μόργκαν. Έτσι και δουν σε τι κατάσταση είναι θα γίνουν έξαλλοι.» Η Ρέητσελ θύμωνε όλο και περισσότερο όσο μιλούσε. «Με αυτόν τον τρόπο διασκεδάζετε εσείς; Είναι κάποιος ειδικός τρόπος διασκέδασης για εσάς; Σοβαρά μιλάω, είναι;»
Ακολούθησε σιωπή, και μετά απάντησε ο Μαρκ.
«Ναι, ίσως. Μερικές φορές.» κουνούσε τα πόδια του νευρικά καθώς κοιτούσε κάτω. «Όμως αυτή τη φορά, να, εεε…»
«Ζήλεψε», παρενέβη η Λόλα. «Νομίζω ότι επηρεάστηκε από τις πολλές ταινίες που βλέπει και μετά ξέσπασε επειδή είδε το παιδί από το παντοπωλείο να μου μεταφέρει τις τσάντες στο αμάξι. Ήταν στο αμάξι και με περίμενε. Νόμιζε ότι το αγόρι μου την έπεφτε.»
Ο Μαρκ Ρότζερς ήταν ιδιοκτήτης ενός καταστήματος με μηχανές στην πόλη και πουλούσε και ανταλλακτικά. Η Ρέητσελ έστρεψε το βλέμμα της στον επαγγελματία ιδιοκτήτη ο οποίος θα υπέθετε κανείς ότι έχει μια κοινή λογική. Ίσως και ένα ίχνος αξιοπρέπειας.
«Αλήθεια; Ζήλεψες ένα αγόρι; Τον βοηθό του μανάβη;» Η Ρέητσελ είχε ακόμα τα χέρια της στους γοφούς της.
«Λιγάκι.»
Η Ρέητσελ άφησε έναν αναστεναγμό εκνευρισμού, απελευθερώνοντας τα χέρια της. «Εσείς οι δυο χρειάζεστε σύμβουλο. Επειγόντως. Σας προτείνω να πάρετε κάποια επαγγελματική βοήθεια αλλιώς θα πρέπει να ενημερώσω τους ιδιοκτήτες του διαμερίσματος και το συμβούλιο της πολυκατοικίας. Και ίσως και την αστυνομία.»
«Μπορούμε να το κάνουμε αυτό», είπε με αγωνία η Λόλα.
«Κάντε το,» διέταξε η Ρέητσελ. «Αμέσως. Θέλω να δω αποδείξεις ότι βλέπετε σύμβουλο γάμου, αλλιώς, μάρτυς μου ο Θεός, θα σας παραδώσω εγώ η ίδια. Τελευταία προειδοποίηση.»
Κούνησαν και οι δυο το κεφάλι καταφατικά με ενθουσιασμό.
Η Ρέητσελ βγήκε από το διαμέρισμα και μπήκε στο ασανσέρ. Ανυπομονούσε να βρεθεί με τις φίλες της. Ήταν μια δύσκολη μέρα.